«Το κουτί με τις λευκές κόλλες»

Μην προσπεράσεις αυτή την ιστορία. Ίσως είναι ό,τι πιο σημαντικό διαβάσεις σήμερα.
Πριν από τρεις μήνες, έχασα τον πατέρα μου. Ήταν ο κλασικός άντρας της παλιάς γενιάς. Λιγομίλητος, σοβαρός, από εκείνους που δείχνουν την αγάπη τους με πράξεις, ποτέ με λόγια. Δεν θυμάμαι ποτέ να μου είπε «σ’ αγαπώ». Δεν θυμάμαι να με αγκάλιασε χωρίς να υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος.
Όταν αδειάζαμε το σπίτι του, βρήκα στο κάτω συρτάρι του γραφείου του ένα παλιό, ξύλινο κουτί. Ήταν κλειδωμένο. Μου πήρε ώρες να βρω το κλειδί, κρυμμένο πίσω από μια παλιά φωτογραφία της μητέρας μου.
Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Περίμενα να βρω παλιά έγγραφα, ίσως κάποια οικονομικά μυστικά, ή έστω κάποια οικογενειακά κειμήλια.
Όταν τελικά το άνοιξα, πάγωσα.
Μέσα υπήρχαν μόνο εκατοντάδες λευκές κόλλες χαρτί. Σημειώσεις, ημερολόγια, γράμματα… όλα γραμμένα με τον γραφικό του χαρακτήρα. Πήρα την πρώτη σελίδα στα χέρια μου και άρχισα να διαβάζω.

«14 Μαρτίου 1988. Σήμερα γεννήθηκες. Σε κράτησα στην αγκαλιά μου και ένιωσα τον μεγαλύτερο τρόμο της ζωής μου. Είσαι τόσο εύθραυστος. Υπόσχομαι να γίνω ο τοίχος που θα σε προστατεύει από κάθε καταιγίδα, ακόμα κι αν χρειαστεί να με μισήσεις για τη σκληρότητά μου».
Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάτια μου. Γύρισα σελίδα.
«8 Σεπτεμβρίου 1994. Πρώτη μέρα στο σχολείο. Έκλαιγες και δεν ήθελες να μου αφήσεις το χέρι. Σε έσπρωξα απαλά προς την πόρτα και σου φώναξα να είσαι άντρας. Με κοίταξες με παράπονο. Αυτό που δεν είδες ποτέ, είναι ότι μόλις γύρισες την πλάτη, κάθισα στο αυτοκίνητο και έκλαιγα σαν παιδί για μια ώρα. Με πόνεσε πιο πολύ από εσένα».
Σελίδα τη σελίδα, ξετυλιγόταν μπροστά μου μια παράλληλη πραγματικότητα. Ο πατέρας μου δεν ήταν ψυχρός. Ήταν ένας άνθρωπος που κατέγραφε κάθε του συναίσθημα, κάθε του αγωνία, κάθε φορά που ήθελε να μου φωνάξει πόσο με λατρεύει, αλλά το σαγόνι του έσφίγγε από την κοινωνική προκατάληψη της εποχής του.
Έφτασα σχεδόν στο τέλος του κουτιού. Οι σελίδες είχαν αρχίσει να κιτρινίζουν, ενώ οι πιο πρόσφατες είχαν τον τρεμουλιαστό χαρακτήρα της αρρώστιας του.
Μέχρι που έφτασα στην τελευταία σελίδα. Είχε ημερομηνία μόλις δύο μέρες πριν μπει στο νοσοκομείο, απ’ όπου δεν βγήκε ποτέ.
«Ξέρω ότι δεν σου τα είπα ποτέ. Ξέρω ότι νομίζεις πως ήμουν ένας ξένος στο ίδιο σπίτι. Αλλά αν διαβάζεις αυτό το χαρτί, σημαίνει ότι βρήκες το κλειδί. Και τώρα ξέρεις την αλήθεια. Σε παρακαλώ, κάνε μου μια χάρη…»
Το κείμενο σταματούσε εκεί. Η πρόταση ήταν ημιτελής. Το στυλό είχε αφήσει μια μεγάλη μουτζούρα μελάνης στο χαρτί, λες και του έπεσε από το χέρι.

Ένιωσα το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Τι ήθελε να μου ζητήσει; Ποια ήταν η τελευταία του επιθυμία; Έψαξα μανιακά όλο το κουτί, κάτω από τα χαρτιά, στα πλαϊνά των συρταριών. Τίποτα. Η τελευταία του λέξη είχε μείνει μετέωρη.
Πέρασα τις επόμενες εβδομάδες μέσα στις τύψεις. Γιατί δεν τον πίεσα να μου μιλήσει; Γιατί δεν τον αγκάλιασα εγώ πρώτος; Η ημιτελής του φράση με στοίχειωνε τα βράδια.
Μέχρι χθες.
Χθες, έπρεπε να μετακινήσω το ίδιο το γραφείο του για να το δώσω σε έναν ξυλουργό για συντήρηση. Καθώς το σηκώσαμε, ακούστηκε ένας ξερός ήχος. Κάτι είχε κολλήσει στο πίσω μέρος του συρταριού, εξωτερικά, και έπεσε στο πάτωμα.
Ήταν μια μικρή, τσαλακωμένη σελίδα. Την άνοιξα με χέρια που έτρεμαν.
«…κάνε μου μια χάρη. Μην γίνεις σαν εμένα. Μην κρύψεις τα συναισθήματά σου από τα δικά σου παιδιά. Πες τους “σ’ αγαπώ” σήμερα. Μην περιμένεις να το διαβάσουν σε ένα κομμάτι χαρτί όταν θα είναι αργά. Σε αγαπάω, γιε μου. Πάντα σε αγαπούσα».
Κάθομαι τώρα κοιτάζοντας την οθόνη και σκέφτομαι πόσοι από εμάς θεωρούμε τους ανθρώπους μας δεδομένους. Πόσοι κρύβουμε τις λέξεις πίσω από εγωισμούς ή “πρέπει”.
Αν έχεις ακόμα τους γονείς σου, ή τον άνθρωπό σου δίπλα σου, μην προσπεράσεις αυτό το ποστ έτσι απλά. Κλείσε το Facebook. Πάρτους ένα τηλέφωνο. Πες τους αυτό που ο δικός μου πατέρας χρειάστηκε μια ζωή για να γράψει σε ένα κρυμμένο χαρτί.
Κάντο τώρα. Γιατί το “μετά” μερικές φορές δεν έρχεται ποτέ.