Πέθανε στο σπίτι του από ανακοπή στα 74 ο πασίγνωστος ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου

🔔 ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΑ ΔΥΝΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΑ ΧΑΝΕΙΣ ΣΤΟ FACEBOOK; 👉 Μπες στο κανάλι μας στο Viber εδώ 👈

Πέθανε στο σπίτι του από ανακοπή στα 74 ο πασίγνωστος ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου

Αφιέρωμα στον Πάνο Χατζηκουτσέλη: Ο «Παπαπέτρου» που λάτρεψε η Ελλάδα – Η φτωχή γειτονιά των Εξαρχείων, η μεγάλη διαδρομή και το μοναχικό τέλος στα 74

Υπάρχουν ηθοποιοί που το κοινό θυμάται από έναν μεγάλο πρωταγωνιστικό ρόλο και υπάρχουν κι εκείνοι που χρειάζονται ελάχιστα λεπτά στην οθόνη για να αφήσουν πίσω τους μια ολόκληρη εποχή.

Ο Πάνος Χατζηκουτσέλης ανήκε αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.

Για τους περισσότερους τηλεθεατές θα είναι για πάντα ο κύριος Παπαπέτρου από το «Εκείνες κι Εγώ», ο άνθρωπος που προσπαθούσε να βάλει μια κάποια τάξη στον κόσμο του Ζάχου Δόγκανου.

Πίσω όμως από τον τηλεοπτικό χαρακτήρα υπήρχε ένας ηθοποιός με διαδρομή δεκαετιών, βαθιά σχέση με το θέατρο, αγάπη για την επιθεώρηση και μια ζωή πολύ πιο σύνθετη από όσο γνώριζε το ευρύ κοινό.

Ο Πάνος Χατζηκουτσέλης έφυγε από τη ζωή στις 20 Μαρτίου 2020 σε ηλικία 74 ετών.

Δημοσιεύματα της εποχής ανέφεραν ως αιτία θανάτου την ανακοπή καρδιάς.

Την είδηση έκανε γνωστή ο στενός φίλος και επί χρόνια συνεργάτης του Άγγελος Πυριόχος, ο οποίος αποκάλυψε ότι προσπαθούσε επί δύο ημέρες να επικοινωνήσει μαζί του χωρίς να παίρνει απάντηση.

Ήταν ένας παράξενα σιωπηλός επίλογος για έναν άνθρωπο που είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του δημιουργώντας γέλιο.

Από μια πολυμελή οικογένεια των Εξαρχείων στη δραματική σχολή

Ο Πάνος Χατζηκουτσέλης γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1945 στην Αθήνα και μεγάλωσε στα Εξάρχεια.

Οι βιογραφικές αναφορές της εποχής περιγράφουν μια οικονομικά δύσκολη αλλά δεμένη οικογένεια με πέντε παιδιά, τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι.

Η εικόνα της ζωής του εκείνα τα χρόνια απείχε πολύ από τα φώτα της τηλεόρασης και τις γεμάτες θεατρικές αίθουσες που θα ακολουθούσαν.

Δεν μπήκε αμέσως στον κόσμο της υποκριτικής.

Μετά τη στρατιωτική του θητεία γράφτηκε στη δραματική σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη.

Εκεί διδάχθηκε από ανθρώπους του θεάτρου όπως η Ελένη Χατζηαργύρη, ο Γρηγόρης Γρηγορίου και ο Κώστας Κροντηράς.

Η υποκριτική δεν έμελλε να αποτελέσει για εκείνον μια σύντομη επαγγελματική επιλογή.

Έγινε ολόκληρη η ζωή του.

Πριν από την τηλεόραση υπήρχε το θέατρο

Οι πρώτες δεκαετίες της καριέρας του αποδεικνύουν κάτι που συχνά χάνεται όταν ένας ηθοποιός ταυτιστεί αργότερα με έναν τηλεοπτικό ρόλο.

Ο Χατζηκουτσέλης ήταν πριν απ’ όλα άνθρωπος της σκηνής.

Συνδέθηκε επαγγελματικά για περίπου επτά χρόνια με τον Δημήτρη Ποταμίτη και στη διάρκεια της θεατρικής πορείας του βρέθηκε δίπλα σε μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής.

Συνεργάστηκε με ανθρώπους που έγραψαν τη δική τους ιστορία στο ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο, από την Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Τζένη Καρέζη μέχρι τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και τον Κώστα Βουτσά.

Οι αναφορές στην καριέρα του περιλαμβάνουν ακόμη παραστάσεις όπως η «Γλυκιά Ίρμα», ενώ η σχέση του με το θέατρο ξεπέρασε τις τέσσερις δεκαετίες.

Και αυτό είναι ίσως το πρώτο πράγμα που αδικείται όταν θυμόμαστε τον Πάνο Χατζηκουτσέλη αποκλειστικά ως «Παπαπέτρου».

Η τηλεόραση τον έκανε αναγνωρίσιμο σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Το θέατρο όμως ήταν το μέρος στο οποίο είχε χτίσει την καλλιτεχνική του ταυτότητα πολύ πριν φτάσει η μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία.

Η επιθεώρηση δεν ήταν απλώς δουλειά – έγραφε και ο ίδιος

Μια λιγότερο γνωστή πλευρά του είναι ότι ο Πάνος Χατζηκουτσέλης δεν περιορίστηκε στην ερμηνεία.

Είχε ιδιαίτερη αγάπη για την ελληνική επιθεώρηση και έγραφε κείμενα και κωμικά νούμερα.

Η δημιουργική του συνεργασία με τον Άγγελο Πυριόχο επεκτάθηκε και στη συγγραφή.

Ανάμεσα στις επιθεωρήσεις με τις οποίες συνδέθηκαν αναφέρονται τίτλοι όπως «Αθήνα 2000 με τα τέσσερα», «Βράσε ρύζι κι άσε τον Κινέζο να σφυρίζει» και άλλες παραγωγές μιας εποχής στην οποία η επιθεώρηση σχολίαζε σχεδόν σε πραγματικό χρόνο την επικαιρότητα.

Το εντυπωσιακό είναι πως δεν εγκατέλειψε τη συγγραφή ούτε όταν άρχισε να απομακρύνεται από την πρώτη γραμμή της τηλεόρασης.

Ακόμη το 2017 και το 2018 συνδεόταν συγγραφικά με την επιθεώρηση μετά μουσικής «Κάλλιο Πέντε και στο Χέρι», που παρουσιάστηκε στο θέατρο «Λιθογραφείον» με την Ελένη Γερασιμίδου και τον Αντώνη Ξένο.

Ίσως αυτή να είναι μία από τις σημαντικότερες λεπτομέρειες της πορείας του.

Το κοινό τον έβλεπε ως χαρακτηριστικό καρατερίστα, όμως πίσω από τις ατάκες που εκφωνούσε υπήρχε ένας άνθρωπος που γνώριζε και τη διαδικασία της συγγραφής τους.

Από την ΥΕΝΕΔ μέχρι τη μεγάλη ιδιωτική τηλεόραση

Η πρώτη τηλεοπτική εμφάνισή του σε σειρά καταγράφεται το 1978 στην «Αναδυομένη» της ΥΕΝΕΔ, βασισμένη στο έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου.

Από εκεί και μετά η διαδρομή του απλώθηκε σε εντελώς διαφορετικές εποχές της ελληνικής τηλεόρασης.

Και αυτή ακριβώς η διάρκεια είναι αξιοσημείωτη.

Ο Χατζηκουτσέλης πρόλαβε την τηλεόραση πριν από την έκρηξη των ιδιωτικών καναλιών και συνέχισε να εμφανίζεται όταν η ελληνική μυθοπλασία είχε πια αλλάξει εντελώς πρόσωπο.

Πέρασε από παραγωγές όπως η «Λωξάντρα», η «Μαντάμ Σουσού» και «Η ζωή του Αττίκ».

Αργότερα ήρθαν το «Κανάλι της Βαγγελίτσας», το «Ντόλτσε Βίτα», το «Εμείς κι Εμείς», το «Στο Παρά Πέντε», οι «Επτά Θανάσιμες Πεθερές» και το «Safe Sex».

Δεν ήταν απαραίτητα ο άνθρωπος που βρισκόταν στο κέντρο της αφίσας.

Ήταν όμως ένας από εκείνους τους ηθοποιούς που μπορούσαν να εμφανιστούν σε μια σκηνή και να της δώσουν αμέσως χαρακτήρα.

Ο κύριος Παπαπέτρου που δεν ξεχάστηκε ποτέ

Η μεγάλη λαϊκή αναγνωρισιμότητα ήρθε με το «Εκείνες κι Εγώ».

Το 1996 ο Χατζηκουτσέλης βρέθηκε απέναντι στον Γιάννη Μπέζο στη σειρά και ως Ιάσων Παπαπέτρου έγινε ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους δεύτερους χαρακτήρες της ελληνικής κωμωδίας της δεκαετίας του ’90.

Ο Ζάχος Δόγκανoς ήταν πληθωρικός, απρόβλεπτος και μονίμως μπλεγμένος στις ερωτικές του περιπέτειες.

Ο Παπαπέτρου λειτουργούσε σχεδόν ως το αντίβαρό του.

Πιο συγκρατημένος, πιο λογικός, συχνά απορημένος μπροστά σε όσα συνέβαιναν γύρω του, έγινε ο άνθρωπος πάνω στον οποίο μπορούσαν να «προσγειωθούν» πολλές από τις κωμικές εκρήξεις του πρωταγωνιστή.

Ήταν ένας ρόλος απολύτως ταιριαστός στα χαρακτηριστικά που ο Χατζηκουτσέλης είχε καλλιεργήσει για χρόνια.

Ακρίβεια στον χρόνο της ατάκας, αντίδραση χωρίς υπερβολή, έκφραση που μπορούσε από μόνη της να δημιουργήσει κωμικό αποτέλεσμα και κυρίως η ικανότητα να λειτουργεί ως ιδανικός συμπαίκτης.

Γιατί ένας δεύτερος ρόλος έγινε τόσο αγαπητός

Υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στους τηλεοπτικούς χαρακτήρες που δεν είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές αλλά τελικά καταφέρνουν να μείνουν στη μνήμη του κοινού για δεκαετίες.

Ο Παπαπέτρου ήταν ακριβώς ένας τέτοιος χαρακτήρας.

Δεν χρειαζόταν να βρίσκεται σε κάθε σκηνή.

Η χημεία με τον Γιάννη Μπέζο και ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούσε στις υπερβολές του Ζάχου ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν έναν από τους χαρακτηριστικούς τηλεοπτικούς συνδυασμούς της εποχής.

Και όταν οι παλιές σειρές άρχισαν να αποκτούν δεύτερη και τρίτη ζωή μέσα από τις επαναλήψεις, μια νεότερη γενιά τηλεθεατών γνώρισε τον Χατζηκουτσέλη από τον ίδιο ακριβώς ρόλο.

Έτσι ο Παπαπέτρου ξεπέρασε τα όρια της πρώτης προβολής της σειράς.

Έγινε μέρος της τηλεοπτικής νοσταλγίας μιας ολόκληρης εποχής.

Ο ίδιος γνώριζε τον κίνδυνο της τυποποίησης

Ο Πάνος Χατζηκουτσέλης γνώριζε πολύ καλά τι σημαίνει για έναν ηθοποιό να ταυτίζεται με έναν συγκεκριμένο τύπο.

Σε συνέντευξή του το 2011 είχε μιλήσει με το χαρακτηριστικό αυτοσαρκαστικό του ύφος για το γεγονός ότι το κοινό τον είχε συνδέσει με τον τύπο του «καλού παιδιού».

Όταν επιχειρούσε να παίξει αντιπαθητικούς χαρακτήρες, οι θεατές δεν αντιδρούσαν πάντοτε όπως περίμενε.

Είναι ένα παράδοξο που έχουν αντιμετωπίσει πολλοί δημοφιλείς ηθοποιοί.

Η επιτυχία ενός συγκεκριμένου τύπου ρόλου μπορεί να γίνει τόσο μεγάλη ώστε ο θεατής να δυσκολεύεται να δεχθεί το ίδιο πρόσωπο σε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή.

Ο ίδιος πάντως δεν φαινόταν να αντιμετωπίζει την τυποποίηση με το άγχος που συχνά τη συνοδεύει.

Θεωρούσε πως σε συγκεκριμένα είδη, και ιδιαίτερα στην επιθεώρηση, ένας αναγνωρίσιμος υποκριτικός τύπος μπορούσε να λειτουργήσει και υπέρ του ηθοποιού.

Η άγνωστη εξομολόγηση για τα χρήματα

Πίσω από δεκαετίες δουλειάς και αμέτρητες τηλεοπτικές επαναλήψεις κρυβόταν μια οικονομική πραγματικότητα πολύ λιγότερο λαμπερή.

Στην ίδια συνέντευξη του 2011 είχε παραδεχθεί ότι δεν είχε καταφέρει να δημιουργήσει οικονομική ασφάλεια.

Εξηγούσε ότι πολλές φορές επέλεγε δουλειές με μικρότερη αμοιβή επειδή θεωρούσε καλύτερο τον ρόλο ή τον θίασο.

Έλεγε επίσης πως η ζωή του ηθοποιού είναι συνδεδεμένη με μόνιμη επαγγελματική ανασφάλεια.

Η εξομολόγηση αποκτά ιδιαίτερη αξία αν σκεφτεί κανείς πόσο αναγνωρίσιμο πρόσωπο είχε γίνει.

Η δημοσιότητα δεν ταυτιζόταν απαραίτητα με οικονομική άνεση και ο ίδιος δεν προσπαθούσε να δημιουργήσει διαφορετική εικόνα.

Μιλούσε για το επάγγελμά του χωρίς εξιδανίκευση.

Ο ηθοποιός, έλεγε ουσιαστικά, έχει λογαριασμούς, νοίκι και καθημερινές ανάγκες όπως όλοι οι άνθρωποι.

Η άλλη όψη της ζωής ενός αναγνωρίσιμου ηθοποιού

Η περίπτωση του Χατζηκουτσέλη θυμίζει και κάτι που ο θεατής εύκολα ξεχνά.

Βλέπει έναν ηθοποιό για χρόνια στην τηλεόραση, βλέπει ξανά και ξανά τις σειρές του σε επανάληψη και δημιουργείται η εντύπωση μιας μόνιμης επαγγελματικής επιτυχίας.

Η πραγματικότητα του επαγγέλματος είναι διαφορετική.

Οι δουλειές έχουν αρχή και τέλος, οι θίασοι αλλάζουν και τα διαστήματα χωρίς εργασία μπορεί να είναι μεγάλα.

Για έναν άνθρωπο που είχε μάθει να ζει μέσα στα θέατρα, η απουσία μιας παράστασης δεν σήμαινε απλώς απουσία εισοδήματος.

Σήμαινε και απουσία από έναν χώρο που είχε γίνει δεύτερο σπίτι.

Η «καμαρινίλα» που του έλειπε όταν δεν εργαζόταν

Υπάρχει μία μικρή ιστορία που ίσως περιγράφει καλύτερα από οποιοδήποτε βιογραφικό τη σχέση του με το θέατρο.

Σε περίοδο που δεν είχε κλείσει κάποια παράσταση και έμενε κοντά στο θέατρο «Παρκ», συνήθιζε, όπως είχε αφηγηθεί ο ίδιος, να περνά τα βράδια από τα καμαρίνια συναδέλφων του απλώς για να ξαναβρεθεί στην ατμόσφαιρα του θεάτρου πριν επιστρέψει στο σπίτι του.

Για εκείνον η σκηνή δεν ήταν μία δουλειά που τελείωνε μόλις έκλειναν τα φώτα.

Είχε φτάσει να χαρακτηρίζει το θέατρο τρόπο ζωής.

Η μυρωδιά των παρασκηνίων, οι κουβέντες πριν και μετά την παράσταση, οι συνάδελφοι, το κοινό πίσω από την αυλαία ήταν πράγματα που είχαν γίνει μέρος της καθημερινότητάς του.

Ο ρόλος που δεν πρόλαβε να παίξει

Μάλιστα είχε ένα ακόμη ανεκπλήρωτο θεατρικό όνειρο.

Ήθελε να δοκιμαστεί στον Τειρεσία των αρχαίων τραγωδιών.

Η λεπτομέρεια έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί αποκαλύπτει πόσο περιοριστική είναι η εικόνα του αποκλειστικά κωμικού ηθοποιού που δημιούργησε η τηλεόραση γύρω του.

Πίσω από τον άνθρωπο που το κοινό είχε συνηθίσει να βλέπει σε κωμικούς ρόλους υπήρχε ένας ηθοποιός που εξακολουθούσε να θέλει να δοκιμάσει άλλες πλευρές του εαυτού του.

Οι οικογενειακές απώλειες που τον σημάδεψαν

Ο Χατζηκουτσέλης είχε γνωρίσει από νωρίς σημαντικές απώλειες.

Σε συνέντευξή του είχε μιλήσει με μεγάλη συγκίνηση για την αδελφή του Ρούλα, με την οποία, όπως έλεγε, ήταν αχώριστοι από παιδιά.

Την αποκαλούσε «μπουμπού» και παραδεχόταν ότι ο χαμός της ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ξεπεράσει.

Η οικογένεια είχε άλλωστε στενή σχέση και με την υποκριτική.

Βιογραφικές πηγές αναφέρουν ότι αδελφός του ήταν και ο ηθοποιός Γιώργος Λώζος, ο οποίος είχε φύγει από τη ζωή ήδη από το 1982.

Ο ίδιος είχε πει πως με τα χρόνια είχε χάσει πολλά από τα πολύ αγαπημένα οικογενειακά του πρόσωπα.

Οι φίλοι έγιναν η δεύτερη οικογένειά του

Εκείνο που θεωρούσε μεγάλη τύχη ήταν οι φίλοι του.

Άνθρωποι τους οποίους μπορούσε, όπως έλεγε, να καλέσει οποιαδήποτε στιγμή γνωρίζοντας ότι θα βρεθούν δίπλα του.

Η στενή σχέση του με τον Άγγελο Πυριόχο ήταν μία από αυτές που έγιναν γνωστές και στο κοινό.

Ήταν άλλωστε ο άνθρωπος που, όταν δεν κατάφερνε να επικοινωνήσει μαζί του, ανησύχησε και

Σχετικές δημοσιεύσεις