Λύθηκε το μυστήριο 26 χρόνια μετά: Γι’αυτό εξαφανίστηκε ο Δημήτρης Λιαντίνης, το ημερολόγιο που βρέθηκε και η προφητεία

Η εξαφάνιση του Δημήτρη Λιαντίνη την 1η Ιουνίου εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια που απασχόλησαν την ελληνική κοινή γνώμη. Για επτά ολόκληρα χρόνια κανείς δεν μπορούσε να αποδείξει τι είχε συμβεί στον πανεπιστημιακό, μέχρι που το καλοκαίρι του 2005 βρέθηκαν ανθρώπινα οστά στον Ταΰγετο και η επιστημονική ταυτοποίηση έδωσε την απάντηση που αναζητούσαν οι Αρχές και η οικογένειά του.
Όμως η υπόθεση του Δημήτρη Λιαντίνη εξακολουθεί να προκαλεί ενδιαφέρον ακόμη και δεκαετίες αργότερα.
Όχι επειδή παραμένει άγνωστο αν πέθανε.
Αυτό επιβεβαιώθηκε επιστημονικά το 2005.
Αλλά επειδή ολόκληρη η πορεία προς την εξαφάνισή του φαίνεται ότι είχε προετοιμαστεί επί χρόνια.
Ένα προσωπικό σημειωματάριο, το περίφημο «Ορειπορικόν», οι επανειλημμένες αναβάσεις στον Ταΰγετο, το αποχαιρετιστήριο γράμμα στην κόρη του, οι οδηγίες που φέρεται να είχε δώσει σε συγγενικό του πρόσωπο και οι αναφορές στον θάνατο μέσα στα έργα του δημιούργησαν γύρω από την υπόθεση έναν σχεδόν μυθικό χαρακτήρα.
Η 1η Ιουνίου 1998
Εκείνη την ημέρα ο Δημήτρης Λιαντίνης εξαφανίστηκε.
Ήταν αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ένας άνθρωπος που είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος του συγγραφικού και φιλοσοφικού έργου του σε ζητήματα όπως η ζωή, ο θάνατος, η ελληνική σκέψη, η παιδεία και η ανθρώπινη ύπαρξη.
Η εξαφάνισή του δεν έμοιαζε με μια συνηθισμένη υπόθεση αγνοουμένου.
Είχε αφήσει πίσω του ένα γράμμα προς την κόρη του, Διοτίμα, μέσα από το οποίο έκανε σαφές ότι η αναχώρησή του ήταν συνειδητή επιλογή.
Η υπόθεση έγινε αμέσως πρωτοσέλιδο.
Αστυνομία, δημοσιογράφοι και συγγενείς άρχισαν να αναζητούν τα ίχνη του.
Το τελευταίο ταξίδι προς τον Ταΰγετο
Τα στοιχεία οδηγούσαν στη Λακωνία και συγκεκριμένα στον Ταΰγετο.
Ο Λιαντίνης έφυγε από την Αθήνα και κατευθύνθηκε προς τη Σπάρτη.
Από εκεί πήρε ταξί προς το βουνό.
Η μαρτυρία του οδηγού ταξί αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την ανασύνθεση των τελευταίων γνωστών κινήσεών του.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που δημοσιεύθηκαν τα επόμενα χρόνια, ο οδηγός τον μετέφερε προς την περιοχή του Ταϋγέτου.
Ο Λιαντίνης φέρεται να του ξεκαθάρισε ότι δεν χρειαζόταν να τον περιμένει για την επιστροφή.
Κάπου εκεί τελειώνει το κομμάτι της διαδρομής που μπορούσε να ανασυντεθεί με μαρτυρίες.
Από εκεί και πέρα ο Λιαντίνης συνέχισε μόνος του.
Η εξαφάνιση που γέννησε δεκάδες θεωρίες
Οι έρευνες που ακολούθησαν δεν κατάφεραν να τον εντοπίσουν.
Και όσο περνούσαν οι ημέρες, οι εβδομάδες και τελικά τα χρόνια, οι θεωρίες πολλαπλασιάζονταν.
Υπήρχαν άνθρωποι που θεωρούσαν βέβαιο ότι είχε πεθάνει στον Ταΰγετο.
Άλλοι πίστευαν ότι είχε σκηνοθετήσει την εξαφάνισή του και είχε φύγει στο εξωτερικό.
Κατά καιρούς κυκλοφορούσαν ακόμη και ανεπιβεβαίωτες «μαρτυρίες» ότι είχε θεαθεί σε διαφορετικά σημεία του κόσμου.
Τίποτε από αυτά δεν μπορούσε να αποδειχθεί.
Για επτά χρόνια το βασικό ερώτημα παρέμενε ανοιχτό.
Πού βρισκόταν ο Δημήτρης Λιαντίνης;
Το σημειωματάριο που αποκάλυπτε χρόνια προετοιμασίας
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της υπόθεσης ήταν ένα προσωπικό σημειωματάριο που έχει γίνει γνωστό ως «Ορειπορικόν».
Σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές έρευνες και τις μαρτυρίες που έχουν δημοσιευθεί για την υπόθεση, σε αυτό ο Λιαντίνης είχε καταγράψει τις αναβάσεις του στον Ταΰγετο.
Και δεν επρόκειτο για μία ή δύο επισκέψεις.
Αναφέρονται συνολικά 14 αναβάσεις.
Η πρώτη καταγράφεται στις 28 Οκτωβρίου 1992.
Η τελευταία:
1η Ιουνίου 1998.
Την ημέρα της εξαφάνισής του.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα στοιχεία που δείχνουν περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ότι ο Ταΰγετος δεν επιλέχθηκε τυχαία εκείνο το πρωί.
Έξι χρόνια αναβάσεων πριν από την εξαφάνιση
Αν οι καταγραφές του «Ορειπορικού» εξεταστούν χρονολογικά, προκύπτει ότι οι επισκέψεις στο βουνό είχαν ξεκινήσει σχεδόν έξι χρόνια πριν από την εξαφάνιση.
Ο Λιαντίνης γνώριζε πολύ καλά την περιοχή.
Φαίνεται ότι εξερευνούσε το βουνό και αναζητούσε ένα απομονωμένο σημείο.
Η τελική τοποθεσία όπου βρέθηκαν τα λείψανά του ήταν εξαιρετικά δύσκολα προσβάσιμη.
Αυτό εξηγεί και ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα των πρώτων χρόνων:
πώς ήταν δυνατόν να έχουν πραγματοποιηθεί έρευνες στον Ταΰγετο χωρίς να βρεθεί;

Το γράμμα προς την κόρη του
Πριν φύγει, ο Λιαντίνης άφησε ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα στην κόρη του, Διοτίμα.
Το κείμενο αυτό αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή το σημαντικότερο στοιχείο για την κατανόηση της εξαφάνισης.
Σε αυτό ξεκαθάριζε ότι η αναχώρησή του ήταν συνειδητή και προμελετημένη.
Έγραφε χαρακτηριστικά:
«Φεύγω αυτοθέλητα».
Και εξηγούσε ότι είχε προετοιμάσει εκείνη τη στιγμή σε ολόκληρη τη ζωή του.
Το γράμμα αποτέλεσε αργότερα αντικείμενο τεράστιας συζήτησης, καθώς πολλοί προσπάθησαν να το συνδέσουν με τη φιλοσοφική σκέψη που είχε αναπτύξει στα βιβλία και στις διαλέξεις του.
Τα αντικείμενα που είχε αφήσει πίσω
Η εικόνα στο σπίτι του ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την πεποίθηση ότι η εξαφάνιση δεν ήταν αυθόρμητη.
Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιευθεί για την υπόθεση, είχε αφήσει πίσω προσωπικά αντικείμενα και σημειώσεις με πρακτικές οδηγίες.
Στο σπίτι εντοπίστηκαν επίσης βιβλία και σημειώσεις που αργότερα ερμηνεύτηκαν ως μέρος της προετοιμασίας του.
Ανάμεσα σε όσα έχουν αναφερθεί είναι ένα αντίτυπο του «Η ζωή εν τάφω» του Στρατή Μυριβήλη, στο οποίο φέρεται να είχε αφήσει σημείωση με ημερομηνία την παραμονή της εξαφάνισής του.
Οι αναφορές στον θάνατο μέσα στα βιβλία του
Το μυστήριο ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από το ίδιο το συγγραφικό έργο του.
Ο θάνατος δεν εμφανίζεται περιστασιακά στα βιβλία του Λιαντίνη.
Αποτελεί κεντρικό φιλοσοφικό ζήτημα.
Στο «Έξυπνον Ενύπνιον» γράφει για τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τον θάνατο και συνδέει αυτή τη στάση με τον τρόπο με τον οποίο έχει προηγουμένως ζήσει.
Αντίστοιχες αναφορές υπάρχουν και στη «Γκέμμα», το βιβλίο που έμελλε να συνδεθεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο με τη σκέψη του.
Ήταν «προφητεία»;
Εδώ χρειάζεται προσοχή.
Συχνά οι συγκεκριμένες αναφορές παρουσιάζονται στο διαδίκτυο ως «προφητείες» του Λιαντίνη για τον δικό του θάνατο.
Δεν πρόκειται για προφητεία με την κυριολεκτική έννοια.
Πρόκειται για φιλοσοφικά κείμενα ενός ανθρώπου που είχε ασχοληθεί επί χρόνια με την έννοια του θανάτου και ο οποίος, όπως αποδείχθηκε από την επιστολή και την προετοιμασία του, είχε σχεδιάσει την προσωπική του εξαφάνιση.
Εκ των υστέρων, ορισμένα αποσπάσματα των βιβλίων του αποκτούν αναπόφευκτα διαφορετικό βάρος.
Αυτό όμως είναι διαφορετικό από το να ισχυριστούμε ότι «προφήτευσε» ένα γεγονός που δεν μπορούσε να γνωρίζει.
Το μεγάλο μυστικό που φέρεται να γνώριζε συγγενής του
Το πιο εντυπωσιακό κεφάλαιο της υπόθεσης αποκαλύφθηκε αρκετά χρόνια αργότερα.
Σύμφωνα με μαρτυρίες που έχουν δημοσιευθεί, ο Λιαντίνης είχε εμπιστευθεί σε συγγενικό του πρόσωπο, τον Παναγιώτη Νικολακάκο, πληροφορίες για την περιοχή όπου θα μπορούσε να βρεθεί.
Η αποκάλυψη όμως, σύμφωνα με αυτές τις μαρτυρίες, δεν έπρεπε να γίνει αμέσως.
Έπρεπε να περάσουν επτά χρόνια.
Και πράγματι, το καλοκαίρι του 2005, επτά χρόνια μετά την εξαφάνιση, ο Νικολακάκος επικοινώνησε με την οικογένεια.
Η ανάβαση του 2005
Ο Νικολακάκος οδήγησε την κόρη του Λιαντίνη, Διοτίμα, και τον τότε σύζυγό της προς το σημείο στον Ταΰγετο.
Η τοποθεσία δεν ήταν ένα μέρος στο οποίο μπορούσε κάποιος να φτάσει απλώς ακολουθώντας ένα συνηθισμένο μονοπάτι.
Σύμφωνα με μαρτυρίες ανθρώπων που ερεύνησαν την υπόθεση, επρόκειτο για δύσβατη περιοχή και φυσική βραχοσκεπή.
Εκεί εντοπίστηκαν ανθρώπινα οστά και προσωπικά αντικείμενα.
Ανάμεσά τους βρισκόταν και ένας φακός που αναγνωρίστηκε ως προσωπικό αντικείμενο του Λιαντίνη.
Η ΕΜΑΚ ανεβαίνει στον Ταΰγετο
Μετά τον εντοπισμό του σημείου ενημερώθηκαν οι Αρχές.
Την επόμενη ημέρα ανέβηκε στο βουνό κλιμάκιο της ΕΜΑΚ.
Στο σημείο βρέθηκε ανθρώπινος σκελετός, ρούχα και προσωπικά αντικείμενα.
Η ανακάλυψη έγινε πρώτη είδηση.
Έπειτα από επτά χρόνια εικασιών, υπήρχαν πλέον απτά στοιχεία που μπορούσαν να εξεταστούν επιστημονικά.

Η ταυτοποίηση έβαλε τέλος στο μεγαλύτερο μυστήριο
Τα οστά εξετάστηκαν εργαστηριακά.
Η ταυτοποίηση πραγματοποιήθηκε με DNA και υποστηρίχθηκε επίσης από οδοντιατρικά στοιχεία.
Τα λείψανα ανήκαν στον Δημήτρη Λιαντίνη.
Από εκείνη τη στιγμή έπαψε να υπάρχει πραγματικό ερώτημα για το αν ο πανεπιστημιακός είχε εγκαταλείψει την Ελλάδα και ζούσε κάπου κρυμμένος.
Οι θεωρίες που είχαν αναπτυχθεί επί επτά χρόνια κατέρρευσαν μπροστά στα επιστημονικά ευρήματα.
Αυτό όμως που δεν αποκαλύφθηκε ποτέ ήταν ο ακριβής τρόπος θανάτου
Και εδώ βρίσκεται μία από τις λεπτομέρειες που συχνά παρουσιάζεται λανθασμένα.
Δεν προσδιορίστηκε ιατροδικαστικά η ακριβής αιτία του θανάτου.
Όταν βρέθηκαν τα λείψανα είχαν περάσει επτά χρόνια.
Οι εξετάσεις δεν εντόπισαν κάποια ουσία που να επιτρέπει στους ειδικούς να καθορίσουν με βεβαιότητα τον μηχανισμό του θανάτου.
Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί διάφορες εκδοχές.
Ωστόσο δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως ιατροδικαστικά επιβεβαιωμένα γεγονότα.
Αυτό που είναι τεκμηριωμένο είναι ότι ο ίδιος είχε δηλώσει γραπτώς πως έφευγε με δική του βούληση και ότι τα λείψανά του βρέθηκαν στο σημείο του Ταϋγέτου που είχε επιλέξει.
Ούτε η ακριβής ημέρα του θανάτου είναι γνωστή
Η εξαφάνιση έγινε την 1η Ιουνίου 1998.
Δεν κατέστη όμως δυνατό να προσδιοριστεί με απόλυτη ακρίβεια πότε πέθανε.
Οι διαθέσιμες πληροφορίες τοποθετούν τον θάνατό του στις πρώτες ημέρες του Ιουνίου 1998.
Έτσι, ακόμη και μετά την ανακάλυψη των λειψάνων, παρέμειναν λεπτομέρειες που δεν μπορούσαν πλέον να απαντηθούν επιστημονικά.
Γιατί δεν ήθελε να βρεθεί αμέσως;
Αυτό είναι ένα από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να συζητούνται.
Η απαίτηση να περάσουν χρόνια πριν αποκαλυφθεί το σημείο, εφόσον δεχτούμε τις μαρτυρίες που έχουν δημοσιευθεί, δείχνει ότι δεν επεδίωκε μια άμεση ανακάλυψη.
Το γιατί ακριβώς επέλεξε αυτή τη χρονική απόσταση μπορεί να ερμηνευτεί μόνο μέσα από τις δικές του σκέψεις και τα κείμενά του.
Δεν υπάρχει επιστημονικός τρόπος να αποδώσουμε με βεβαιότητα ένα συγκεκριμένο κίνητρο σε έναν άνθρωπο που δεν μπορεί πλέον να το εξηγήσει.
Γιατί επέλεξε τον Ταΰγετο;
Ο Ταΰγετος είχε ιδιαίτερη θέση στη ζωή και στη σκέψη του.
Ο Λιαντίνης καταγόταν από τη Λακωνία και γνώριζε το βουνό.
Οι 14 καταγεγραμμένες αναβάσεις που αποδίδονται στο «Ορειπορικόν» δείχνουν ότι η τελική επιλογή της τοποθεσίας δεν έγινε τυχαία.
Είχε επιστρέψει ξανά και ξανά στο βουνό επί χρόνια.
Τα οστά τελικά δεν έμειναν στον Ταΰγετο
Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιευθεί, ο ίδιος επιθυμούσε τα λείψανά του να παραμείνουν στο βουνό.
Αυτό τελικά δεν συνέβη.
Μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών και της ταυτοποίησης, τα οστά του ενταφιάστηκαν στις 20 Αυγούστου 2005 στο νεκροταφείο των Κεχριών Κορινθίας.
Έτσι έκλεισε και το πρακτικό μέρος μιας υπόθεσης που είχε ξεκινήσει επτά χρόνια νωρίτερα.
Ποιος ήταν ο Δημήτρης Λιαντίνης
Ο Δημήτρης Λιαντίνης γεννήθηκε ως Δημήτριος Νικολακάκος στις 23 Ιουνίου 1942 στην Πολοβίτσα Λακωνίας.
Η οικογένειά του καταγόταν από τη Λιαντίνα Λακωνίας, από όπου προέκυψε και το επώνυμο με το οποίο έγινε γνωστός.
Το «Λιαντίνης» δεν ήταν απλώς λογοτεχνικό ψευδώνυμο.
Η αλλαγή του επωνύμου είχε κατοχυρωθεί νομικά.
Οι σπουδές και η ακαδημαϊκή του πορεία
Μετά το Γυμνάσιο στη Σπάρτη, σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και αποφοίτησε το 1966.
Εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση και αργότερα βρέθηκε στη Γερμανία.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα συνέχισε την εκπαιδευτική του πορεία και το 1975 εντάχθηκε στο Εργαστήριο Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το 1978 αναγορεύθηκε διδάκτορας.
Ακολούθησε ακαδημαϊκή σταδιοδρομία ως επιμελητής, λέκτορας, επίκουρος καθηγητής και τελικά αναπληρωτής καθηγητής.
Δίδαξε μεταξύ άλλων Φιλοσοφία της Αγωγής και Διδακτική της ελληνικής γλώσσας και γραμματείας.
Οι σπουδές στη Γερμανία
Η σχέση του με τη γερμανική φιλοσοφική και λογοτεχνική παράδοση υπήρξε επίσης σημαντική.
Είχε βρεθεί στο Μόναχο, ενώ αργότερα παρακολούθησε μαθήματα Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης.
Στο έργο του συναντώνται συχνά η αρχαία ελληνική σκέψη και η νεότερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία και ποίηση.
Ο καθηγητής που γοήτευε τα αμφιθέατρα
Πολλοί πρώην φοιτητές του θυμούνται κυρίως τον τρόπο με τον οποίο δίδασκε.
Οι διαλέξεις του δεν ακολουθούσαν πάντα το πρότυπο μιας συμβατικής πανεπιστημιακής παράδοσης.
Ο Λιαντίνης είχε έντονο ρητορικό ύφος και χρησιμοποιούσε λογοτεχνία, φιλοσοφία, ιστορία και αρχαία ελληνικά κείμενα για να αναπτύξει τις ιδέες του.
Ακόμη και σήμερα αποσπάσματα από διαλέξεις του κυκλοφορούν ευρέως στο διαδίκτυο.
Η «Γκέμμα» και το έργο που απέκτησε άλλη διάσταση μετά το 1998
Το πιο γνωστό βιβλίο του είναι η «Γκέμμα».
Μετά την εξαφάνισή του, πολλοί επέστρεψαν στα κείμενά του προσπαθώντας να εντοπίσουν στοιχεία που θα μπορούσαν να εξηγήσουν την τελευταία του απόφαση.
Εδώ όμως χρειάζεται να ξεχωρίζουμε δύο πράγματα.
Άλλο η φιλοσοφική μελέτη του θανάτου και άλλο η προσπάθεια να μετατρέψουμε κάθε φράση ενός βιβλίου σε «κρυφό μήνυμα» για όσα συνέβησαν αργότερα.
Το έργο του είχε αυτοτελή φιλοσοφικό χαρακτήρα πριν από την εξαφάνισή του και δεν μπορεί να διαβάζεται αποκλειστικά μέσα από το τέλος της ζωής του.
Η οικογένειά του και η Διοτίμα
Το 1973 παντρεύτηκε τη Νικολίτσα Γεωργοπούλου, ακαδημαϊκό του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Απέκτησαν μία κόρη, τη Διοτίμα.
Το όνομα παραπέμπει στη Διοτίμα της Μαντίνειας, τη μορφή που εμφανίζεται στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα και συνδέεται με τη διδασκαλία του Σωκράτη για τον έρωτα.
Και ήταν στη δική του Διοτίμα που ο Λιαντίνης άφησε το τελευταίο γράμμα πριν φύγει από το σπίτι.
Γιατί η ιστορία του εξακολουθεί να προκαλεί τόσο μεγάλο ενδιαφέρον;
Περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα μετά την εξαφάνισή του, το όνομα του Δημήτρη Λιαντίνη εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις.
Ένας λόγος είναι ασφαλώς ο ασυνήθιστος τρόπος με τον οποίο εξαφανίστηκε.
Ένας δεύτερος είναι το μυστήριο των επτά χρόνων που ακολούθησαν.
Ένας τρίτος είναι η σύνδεση της τελευταίας πράξης της ζωής του με ένα φιλοσοφικό έργο στο οποίο ο θάνατος κατείχε κεντρική θέση.
Και ένας τέταρτος είναι ότι η ιστορία περιείχε σχεδόν όλα τα στοιχεία που γεννούν έναν σύγχρονο μύθο:
ένα βουνό, ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα, ένα κρυμμένο σημείο, ένα σημειωματάριο με αλλεπάλληλες αναβάσεις, έναν άνθρωπο που γνώριζε ένα μυστικό και μια αποκάλυψη ακριβώς επτά χρόνια αργότερα.
Τι γνωρίζουμε με βεβαιότητα και τι παραμένει άγνωστο
Σήμερα μπορούμε να διαχωρίσουμε αρκετά καθαρά τα γεγονότα από τον μύθο.
Γνωρίζουμε ότι ο Δημήτρης Λιαντίνης εξαφανίστηκε την 1η Ιουνίου 1998.
Γνωρίζουμε ότι είχε αφήσει αποχαιρετιστήριο γράμμα στην κόρη του και ότι η αναχώρησή του ήταν προμελετημένη.
Γνωρίζουμε ότι κατευθύνθηκε προς τον Ταΰγετο.
Γνωρίζουμε ότι τον Ιούλιο του 2005 εντοπίστηκαν ανθρώπινα λείψανα σε δύσβατο σημείο του βουνού.
Και γνωρίζουμε ότι οι επιστημονικές εξετάσεις επιβεβαίωσαν ότι τα λείψανα ήταν δικά του.
Δεν γνωρίζουμε όμως με ιατροδικαστική βεβαιότητα τον ακριβή μηχανισμό του θανάτου του ούτε την ακριβή στιγμή κατά την οποία πέθανε.
Το μυστήριο που λύθηκε και εκείνο που έμεινε πίσω
Για επτά χρόνια η Ελλάδα αναρωτιόταν αν ο Δημήτρης Λιαντίνης είχε πραγματικά πεθάνει ή αν είχε επιλέξει να εξαφανιστεί και να συνεχίσει κάπου αλλού τη ζωή του.
Το καλοκαίρι του 2005 η απάντηση δόθηκε.
Η ταυτοποίηση των λειψάνων στον Ταΰγετο έβαλε τέλος στις θεωρίες ότι ζούσε κρυμμένος σε κάποια άλλη χώρα.
Αυτό που έμεινε πίσω δεν είναι τόσο ένα αστυνομικό μυστήριο όσο ένα ερώτημα γύρω από έναν εξαιρετικά σύνθετο άνθρωπο και τη σκέψη του.
Το «Ορειπορικόν», οι 14 αναβάσεις στον Ταΰγετο, το γράμμα προς την κόρη του και η αποκάλυψη της τοποθεσίας επτά χρόνια αργότερα δείχνουν μια μακρά και συνειδητή προετοιμασία.
Όμως ο ακριβής τρόπος με τον οποίο πέθανε δεν εξακριβώθηκε ποτέ.
Και ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους που, τόσες δεκαετίες αργότερα, η υπόθεση του Δημήτρη Λιαντίνη εξακολουθεί να συζητείται.
Σημείωση: Το άρθρο αναφέρεται σε αυτοκτονία και θάνατο για ιστορικούς και δημοσιογραφικούς λόγους. Ορισμένες λεπτομέρειες που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς για τον ακριβή τρόπο θανάτου του Λιαντίνη δεν έχουν επιβεβαιωθεί ιατροδικαστικά και γι’ αυτό δεν παρουσιάζονται ως δεδομένα.