«Η τελευταία εκπομπή στις 03:00 το πρωί»

«Η τελευταία εκπομπή στις 03:00 το πρωί»

**«Η τελευταία εκπομπή στις 03:00 το πρωί»**

Σβήσε για ένα λεπτό τα φώτα. Βάλε ακουστικά. Ή απλά διάβασε αυτή την ιστορία μέχρι την τελευταία της λέξη. Γιατί κάποτε, η επικοινωνία δεν ήταν ένα γρήγορο “seen” στο Messenger, αλλά μια φωνή που ταξίδευε μέσα στο σκοτάδι.

Ήταν ακριβώς 02:45 το πρωί. Στο μικρό, υπόγειο στούντιο, η μόνη πηγή φωτός ήταν η ζεστή, πορτοκαλί λάμψη από τις λυχνίες του παλιού πομπού και το κόκκινο φως της ένδειξης **”ON AIR”**. Η σκόνη χόρευε στον αέρα πάνω από την κονσόλα, εκεί όπου ο Άρης περνούσε τα δάχτυλά του πάνω από τα φθαρμένα κουμπιά.

Για σαράντα ολόκληρα χρόνια, ο Άρης ήταν «η φωνή της νύχτας». Χωρίς πρόσωπο. Μόνο μια ζεστή, βραχνή φωνή που συντρόφευε τους ξενύχτηδες, τους φορτηγατζήδες στις εθνικές οδούς, τους φοιτητές που διάβαζαν κάτω από ένα πορτατίφ, τους μοναχικούς ανθρώπους που δεν μπορούσαν να κλείσουν μάτι.

Όμως απόψε, η σιωπή στο στούντιο ήταν διαφορετική. Ήταν βαριά.

Ο σταθμός είχε πουληθεί σε έναν μεγάλο όμιλο. Τα παλιά μηχανήματα θα αντικαθίσταντο από αυτοματοποιημένα ψηφιακά προγράμματα και playlists που θα έπαιζαν από έναν υπολογιστή χωρίς ανθρώπινη παρουσία. Αυτή ήταν η τελευταία εκπομπή του Άρη. Η τελευταία φορά που θα άνοιγε το μικρόφωνο.

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Η μυρωδιά από τον ζεστό καφέ και το παλιό βινύλιο του έδωσε μια προσωρινή δύναμη. Πάτησε το κουμπί.

*«Καλησπέρα, εσείς της νύχτας…»* είπε, και η φωνή του, αν και έτρεμε ελάχιστα, γέμισε τα FM με μια απίστευτη οικειότητα.

*«Απόψε δεν έχουμε διαφημίσεις, δεν έχουμε δελτίο ειδήσεων. Έχουμε μόνο εμάς. Για τελευταία φορά. Σε δεκαπέντε λεπτά, αυτή η συχνότητα θα σιωπήσει για πάντα. Ή μάλλον, θα πάψει να έχει ψυχή».*

Άφησε μια μικρή παύση. Στα τηλέφωνα του σταθμού, τα λαμπάκια είχαν ανάψει όλα μαζί. Δεκάδες άνθρωποι καλούσαν. Άνθρωποι που δεν τον είχαν δει ποτέ, αλλά τον ένιωθαν δικό τους άνθρωπο.

*«Θέλω να μοιραστώ κάτι μαζί σας»*, συνέχισε ο Άρης, κοιτάζοντας ένα παλιό, γρατζουνισμένο βινύλιο που κρατούσε στα χέρια του. *«Πριν τριάντα χρόνια, μια κοπέλα με έπαιρνε τηλέφωνο κάθε Τρίτη στις 03:00 το πρωί. Δεν μου έλεγε το όνομά της. Μου ζητούσε απλώς να παίξω αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι. Μου έλεγε ότι η φωνή μου ήταν το μόνο πράγμα που την κρατούσε όρθια στις δικές της, προσωπικές καταιγίδες.*

*Μιλούσαμε στον αέρα για πέντε λεπτά. Μόνο πέντε λεπτά κάθε εβδομάδα. Δεν γνωριστήκαμε ποτέ από κοντά. Όμως, εκείνα τα πέντε λεπτά ήταν η δική μας γέφυρα πάνω από την άβυσσο της μοναξιάς. Μέχρι που μια Τρίτη, το τηλέφωνο δεν χτύπησε. Ούτε την επόμενη. Έμαθα αργότερα ότι “έφυγε” ξαφνικά.*

*Από τότε, κάθε φορά που άνοιγα αυτό το μικρόφωνο, δεν μιλούσα σε χιλιάδες. Μιλούσα σε εκείνη. Και σε κάθε “εκείνη” και “εκείνον” που νιώθει μόνος στο σκοτάδι».*

Τα μάτια του Άρη βούρκωσαν. Ο κόμπος στον λαιμό του ήταν πια ανυπέρβλητος.

*«Μας έμαθαν να επικοινωνούμε με οθόνες»*, είπε, και η φωνή του χαμήλωσε, σχεδόν ψιθυριστά. *«Κοιτάζουμε μια μπλε οθόνη και νομίζουμε ότι έχουμε φίλους. Αλλά η αληθινή επαφή θέλει ψυχή. Θέλει να ακούς την ανάσα του άλλου, να νιώθεις το τρέμουλο στη φωνή του, να ξέρεις ότι κάποιος είναι εκεί, ξύπνιος μαζί σου, όταν όλος ο υπόλοιπος κόσμος κοιμάται.*

*Σας ευχαριστώ που με κρατήσατε ζωντανό όλα αυτά τα χρόνια. Σας ευχαριστώ που ήσασταν η δική μου οικογένεια».*

Με χέρια που έτρεμαν, ακούμπησε τη βελόνα πάνω στο παλιό βινύλιο. Οι πρώτοι απαλοί, μελαγχολικοί ήχοι του πιάνου άρχισαν να γεμίζουν τον αέρα, μαζί με το κλασικό, ζεστό “χρρρτσ” του βινυλίου.

Ο Άρης σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του. Κοίταξε για τελευταία φορά την κονσόλα. Κατέβασε τον κεντρικό διακόπτη.

Το κόκκινο φως **”ON AIR”** έσβησε. Το στούντιο βυθίστηκε στο απόλυτο σκοτάδι, αφήνοντας πίσω του μόνο τη σιωπή.

Σήμερα, ζούμε σε έναν κόσμο που είναι πιο “συνδεδεμένος” από ποτέ, αλλά ταυτόχρονα πιο μόνος από ποτέ. Στέλνουμε εκατοντάδες μηνύματα, αλλά σπάνια κάνουμε μια αληθινή κουβέντα.

Μην αφήνεις τη ζωή σου να περνάει μέσα από “likes” και τυποποιημένες απαντήσεις.

Απόψε, κάνε κάτι διαφορετικό. Πάρε τηλέφωνο εκείνον τον φίλο που έχεις να ακούσεις καιρό. Μην του στείλεις μήνυμα. Άκουσε τη φωνή του. Πες του μια κουβέντα αληθινή.

Γιατί οι “συχνότητες” της ζωής μας δεν θα μείνουν ανοιχτές για πάντα…

Σχετικές δημοσιεύσεις