Ρώτησε γιατί κανένα από τα 100 μωρά στο ορφανοτροφείο δεν κλαίει. Η απάντηση θα τη στοιχειώνει για πάντα

Η Ντέινα Μάγερ δεν φοβάται να παραδεχτεί ότι το να είσαι μαμά είναι πολύ κουραστικό. Ταυτόχρονα όμως δεν σταματά να λέει ότι η κόρη της, η Λουέλα, είναι ότι πιο όμορφο και πιο σημαντικό έχει κάνει στη ζωή της.
Η Ντέινα θυμάται τη στιγμή που υποσχέθηκε στη Λουέλα ότι “όποτε με χρειαστείς, θα είμαι πάντα εκεί για σένα”.“Αυτό έγινε πριν από αρκετές εβδομάδες. Πήγα στη κούνια με την ελπίδα να απαλύνω το κλάμα και τις κραυγές της λόγω της οδοντοφυΐας.
Ήμουν εκεί στη μέση μιας ζεστής, κουραστικής μέρας και θυμήθηκα την υπόσχεση που της είχα δώσει. Μία από τις πρώτες φορές που ο σύζυγος μου Ματ και εγώ αφήσαμε τη Λουέλα, ήταν για να πάμε σε μια θρησκευτική συναυλία.
Εκείνο το βράδυ ένας ιεραπόστολος μοιράστηκε την ιστορία του. Ήταν μια ιστορία που φώλιασε στη καρδιά μου και θα με στοιχειώνει για πάντα.
Μια στιγμή που με έκανε 100 φορές πιο εύθραυστη από όσο ήμουν ήδη. Αυτός ο ιεραπόστολος πήγε σε ένα ορφανοτροφείο στην Ουγκάντα. Είχε πάει σε πολλά περισσότερα κατά το παρελθόν αλλά αυτό ήταν διαφορετικό. Μόλις πέρασε τη πόρτα βρέθηκε μπροστά σε πάνω από 100 μικρές κούνιες γεμάτες με μωρά.
Πρόσεξε με έκπληξη και απορία πως ο μόνος ήχος που μπορούσε να ακούσει ήταν η σιωπή. Μια σιωπή που καθόλου δεν δικαιολογούσε η ύπαρξη τόσων μωρών στο χώρο. Γύρισε προς την οικοδέσποινα του και τη ρώτησε γιατί το ορφανοτροφείο ήταν τόσο σιωπηλό. Η απάντησή της είναι κάτι που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου.

ΠΟΤΕ. Εκείνη τον κοίταξε και του είπε: «Μετά από περίπου μια εβδομάδα που τα μωρά είναι εδώ και φωνάζουν και κλαίνε για αμέτρητες ώρες, τελικά σταματούν όταν συνειδητοποιούν ότι κανείς δεν πρόκειται να πάει κοντά τους…” Σταματάνε να κλαίνε όταν συνειδητοποιούν ότι κανείς δεν πρόκειται να πάει κοντά τους. Όχι σε 10 λεπτά, όχι σε 4 ώρες, ίσως όχι ποτέ …
Τρομακτικό. Η καρδιά μου ράγισε. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα μέσα μου μια λαχτάρα, μια πείνα .. έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου.
Όταν ήρθαμε στο σπίτι εκείνο το βράδυ η Λουέλα κοιμόνταν στο κρεβατάκι της. Την κοίταξα και της υποσχέθηκα. Ότι και να γίνει, όποτε με χρειαστεί και με φωνάξει θα βρίσκομαι πάντα δίπλα της.
Πάντοτε. Στις δυο το πρωί όταν απελπισμένα κλαίει θα τρέχω δίπλα της. Όταν πληγωθεί, όταν η καρδιά της ραγίσει, θα είμαι εκεί.
Θα είμαι πάντα εκεί για να την κρατήσω, και να της δείξω ότι δεν είναι μόνη. Θα της δείξω ότι μέσα από τα δάκρυα και τις απογοητεύσεις μας κατά καιρούς, είναι εντάξει να κλαίει και είναι εντάξει να αισθάνεται. Ότι θα είμαστε πάντα και εγώ και ο σύζυγος μου δίπλα της, όποτε μας έχει ανάγκη”.
Το Δωμάτιο των Σιωπηλών Αγγέλων
Η Μαρία στάθηκε για λίγο μπροστά στη βαριά, ξύλινη πόρτα της ανατολικής πτέρυγας. Ο αέρας μέσα στο παλιό κτίριο μύριζε αντισηπτικό και κρύο ασβέστη, αλλά η καρδιά της χτυπούσε δυνατά από μια γλυκιά ανυπομονησία. Η πρώτη της μέρα ως εθελόντρια στο ορφανοτροφείο της πόλης ήταν γεγονός. Πριν ανοίξει το πόμολο, πήρε μια βαθιά ανάσα, ετοιμάζοντας τον εαυτό της για τη «συναισθηματική θύελλα» που περίμενε να συναντήσει: τη δυνατή συμφωνία από μωρουδιακά κλάματα, τις ανυπόμονες φωνούλες που ζητούσαν γάλα, το γλυκό χάος που επικρατεί πάντα σε έναν χώρο γεμάτο ζωή.
Όταν όμως η πόρτα άνοιξε, ο κόσμος γύρω της πάγωσε.
Δεν υπήρχε καμία θύελλα. Καμία φωνή. Μόνο μια πυκνή, απόκοσμη, σχεδόν ιερή σιωπή.
Η αίθουσα ήταν τεράστια, ψηλοτάβανη, με εκατό λευκές σιδερένιες κούνιες τοποθετημένες σε απόλυτη, στρατιωτική σειρά. Καμία κούνια δεν ήταν άδεια. Εκατό μικρά, εύθραυστα πλασματάκια βρίσκονταν ξαπλωμένα ανάσκελα.
Η Μαρία προχώρησε ανάμεσα στους διαδρόμους, με την αναπνοή της να κόβεται. Μωρά λίγων εβδομάδων έως και ενός έτους κοιτούσαν σταθερά το ταβάνι ή τις σκιές που σχημάτιζε το φως στα παράθυρα. Τα χεράκια τους ήταν μαζεμένα στο στήθος, τα πόδια τους ακινητοποιημένα. Κανένα δεν έκλαιγε. Κανένα δεν στριφογύριζε. Τα μόνα πράγματα που κινούνταν ήταν τα μεγάλα, ολοκληρωτικά αθώα μάτια τους.
«Είναι δυνατόν;» ψιθύρισε η Μαρία, νιώθοντας ένα ρίγος να διατρέχει τη σπονδυλική της στήλη.
Δίπλα της εμφανίστηκε η κυρία Ελένη, η μεγαλύτερη νοσηλεύτρια του ιδρύματος, με πρόσωπο αυλακωμένο από τον χρόνο και μάτια που κουβαλούσαν μια αβάσταχτη κούραση.
«Είναι πανέμορφο…» είπε η Μαρία με τρεμάμενη φωνή, προσπαθώντας να παρηγορήσει την ταραγμένη της ψυχή. «Πώς τα καταφέρνετε; Πώς καταφέρατε να τα κάνετε να νιώθουν τόσο ήρεμα, τόσο ασφαλή, ώστε να μην κλαίει κανένα;»
Η κυρία Ελένη δεν χαμογέλασε. Σταμάτησε δίπλα σε μια κούνια, έσκυψε το κεφάλι και η φωνή της ακούστηκε σαν σπασμένο γυαλί:
«Δεν είναι ηρεμία αυτή, κορίτσι μου. Είναι η σιωπή της απόγνωσης.»

Η Μαρία πάγωσε. «Τι εννοείτε;»
«Όταν ένα μωρό έρχεται στη ζωή, το κλάμα είναι η πρώτη και μοναδική του προσευχή», ψιθύρισε η γηραιά γυναίκα, με ένα δάκρυ να αυλακώνει το μάγουλό της. «Κλαίει γιατί πεινάει, γιατί κρυώνει, αλλά κυρίως γιατί η ψυχή του ουρλιάζει για ζεστασιά. Για μια αγκαλιά που θα του πει ότι δεν είναι μόνο του στο σύμπαν. Τις πρώτες μέρες που έρχονται εδώ, όλα τους έκλαιγαν. Έκλαιγαν μέχρι που βράχνιαζαν οι μικροί τους λαιμοί. Έκλαιγαν με όλη τη δύναμη που είχε το κορμάκι τους…»
Η κυρία Ελένη κοίταξε τον αχανή θάλαμο και συνέχισε:
«Όμως είμαστε λίγες… πολύ λίγες για εκατό ψυχές. Τάισμα, αλλαγή, επόμενη κούνια. Χωρίς χρόνο για χάδι. Χωρίς χρόνο για ένα νανούρισμα. Και μετά από μερικές εβδομάδες, συμβαίνει το πιο τρομακτικό πράγμα στον κόσμο: Το μωρό καταλαβαίνει ότι κανείς δεν πρόκειται να έρθει. Καταλαβαίνει ότι η φωνή του δεν έχει καμία σημασία. Έτσι, σταματάει. Παρααιτείται από την ελπίδα για να γλιτώσει την ενέργειά του. Αυτό που ακούς εδώ μέσα δεν είναι γαλήνη… Είναι εκατό μικρές καρδιές που έμαθαν να υποφέρουν στη σιωπή.»
Τα λόγια της έπεσαν σαν βαριά καταδίκη στην καρδιά της Μαρίας. Νιώθοντας το στήθος της να σφίγγεται τόσο που κοντεύει να σπάσει, πλησίασε την πιο κοντινή κούνια.
Εκεί βρισκόταν ένα αγοράκι, όχι πάνω από εξ μηνών, με τεράστια, σκοτεινά καστανά μάτια. Κοιτούσε το κενό, ακινητοποιημένο στη δική του μικρή απομόνωση.
Η Μαρία έπεσε στα γόνατα δίπλα στην κούνια. Με χέρια που έτρεμαν ανεξέλεγκτα, άπλωσε τα δάχτυλά της και άγγιξε απαλά το μάγουλό του. Το δέρμα του ήταν ζεστό, αλλά το μωρό δεν αντέδρασε. Δεν τρόμαξε, δεν χαμογέλασε, δεν έκανε καμία κίνηση — σαν να είχε ξεχάσει τι σημαίνει ανθρώπινο άγγιγμα.
«Συγγνώμη…» ψιθύρισε η Μαρία, ενώ τα δάκρυά της έπεφαν πια βροχή. «Συγγνώμη που άργησα.»
Με άπειρη τρυφερότητα, πέρασε τα χέρια της κάτω από την πλατούλα του και το σήκωσε. Το έσφιξε δυνατά πάνω στο στήθος της, κολλώντας το μάγουλό της στο δικό του, νιώθοντας τη μικρή, γρήγορη καρδιά του να χτυπάει σαν παγιδευμένο πουλί. Άρχισε να το λικνίζει αργά, ψιθυρίζοντάς του ξανά και ξανά: «Σε ακούω… είμαι εδώ… σε ακούω…»
Για μερικές στιγμές, το μωρό έμεινε απόλυτα αμήχανο και δύσκαμπτο στην αγκαλιά της.
Αλλά ξαφνικά, η μικρή του γροθιά γραπώθηκε σφιχτά από τη μπλούζα της. Το κεφαλάκι του έγειρε βαριά στον ώμο της, η μικρή του πλάτη χαλάρωσε και, μέσα από τα βάθη της ξεχασμένης του ψυχής, βγήκε ένας μικρός, βραχνός, σπασμένος αναστεναγμός.
Και τότε, για πρώτη φορά μετά από μήνες, ένα μοναδικό, ζεστό δάκρυ κύλησε από το μάτι του μικρού αγγέλου, βρέχοντας τον ώμο της Μαρίας. Δεν ήταν κλάμα απόγνωσης — ήταν η πρώτη του λέξη.